28/9/16

Τα κάγκελα




Ανάμεσα από «κάτι» κάγκελα
ορθώνονται τα μάτια
τα χέρια υψώνονται
ζητούν να χαρούν τον ήλιο
τη βροχή να γευτούν

ζητούν να λουστούν τη χαρά
τη χαρά της αγάπης
το φως του έρωτα
αυτό που ρίχνει ο ουρανός
για να φωτίζονται όλοι

όμως τα κάγκελα είναι πυκνά
μικρά τα χέρια
δεν φτάνουν παρά λίγους πόντους
έξω απ’ αυτά

μαζεύονται, χαϊδεύουν το κεφάλι τους
να πάρουν λίγη στοργή από τα ίδια τους τα χέρια
ανοίγουν δυο μάτια παράξενα
και μ’ ένα βλέμμα ανάμικτο από απορία και πίκρα
κοιτάζουν τους «άλλους»
έξω από τα κάγκελα

αυτούς που περνούν αδιάφορα
και χάνονται και ούτε γυρνούν
να δουν, ούτε ακούν

τότε σφίγγουν τα χέρια τους δειλά
χαμηλώνουν τα μάτια τους στο χώμα
γεύονται την σαπίλα του
και μετά, ξεσπούν σ’ ένα γέλιο
κάτι μεταξύ ειρωνείας και πίκρας
χωρίς κανένα περίγραμμα κακίας

κι αδιάκοπα γελούν και μόνο γελούν…