15/3/15

Συνάντηση Ρουτίνας



Κάθε μέρα, χρόνια τώρα, μόλις βγαίνει ο ήλιος πλένω τα δόντια, γυαλίζω τα παπούτσια φοράω το μπλε μου το κοστούμι, τη μαύρη μου γραβάτα και το καπέλο. Ύστερα κατεβαίνω αργά την τσιμεντένια σκάλα και φτάνω στην αυλή. 

Εκεί, τυλίγω σε ρολό τον πελώριο ίσκιο μου, τον βάζω προσεχτικά στη μαύρη τσάντα κι ακουμπώντας στο μεγάλο δέντρο της αυλής περιμένω το θάνατο.

Μόλις, σε λίγο, εμφανίζεται Εκείνος. Μιλούμε και οι δυο στον ενικό, με τα χέρια στις τσέπες, ξεκινάμε για μια αινιγματική αποστολή παίρνοντας κάθε φορά κι άλλο δρόμο, νομίζω για προφύλαξη. Ρίγος παράξενο πιάνει τριγύρω μας, τα σιδερένια κάγκελα και τα γύψινα περβάζια.

Ο θάνατος είναι φαλακρός μ' ένα πορτοκαλί φως στην οδοντοστοιχία του.