4/12/14

Η χαρά της εκδίκησης.




Είμαι ένας νεκρός. Αυτό που ενοχλεί, που με εξοργίζει στο μέγιστο βαθμό, είναι ότι δεν ξέρω γιατί είμαι νεκρός. Δεν πιστεύω σε τίποτα, σε τίποτα άλλο παρά μόνο σ' αυτά που βλέπω. Και τώρα, αυτή τη στιγμή, συνειδητοποιώ ότι μιλάω. Μόλις πέθανα και μιλάω!

Μια βίαιη αναλαμπή, ένα εκτυφλωτικό φως, που πάνω του προβάλλονται χιλιάδες εικόνες, πρόσωπα. Έχω την εντύπωση πως βλέπω τις νύχτες και τις μέρες να διαδέχονται η μια την άλλη με εντυπωσιακή ταχύτητα, χωρίς να μπορώ να διακρίνω τίποτα ξεκάθαρα. Αισθάνομαι επίσης στο κορμί μου ανεπαίσθητες δονήσεις, σαν τα στοιχεία του οργανισμού μου να αποσυνδέονταν και να επανασυνδέονταν με διαφορετική συναρμογή. Είναι και τα χρώματα, πολύ έντονα και εφήμερα, ακούω ήχους που δεν είχα ξανακούσει ποτέ, τραντάζομαι. Μου φαίνεται πως όλες μου οι αισθήσεις έχουν οξυνθεί ταυτόχρονα. Μου φαίνεται πως το ίδιο μου το κορμί έχει διαλυθεί σε λάμψεις. Είναι τόσο γρήγορο ώστε δεν έχω το χρόνο να φοβηθώ, ούτε να φανταστώ αυτό που συμβαίνει. Προσπαθώ να εντοπίσω κάτι οικείο μέσα σ' αυτό το ντελίριο, στο οποίο έχω χαθεί. Εντοπίζω εκείνη. 

Στο πρόσωπό της δεν υπήρχε κανένα φως. Υπήρχε τόση ζωή εξωτερικά όσος θάνατος μέσα της. Απέμενε τόσο ελάχιστη ζωτική ενέργεια που εξαντλούνταν στα δάκρυα πάνω στα σφιγμένα χαρακτηριστικά της. Καθόταν σε μια καρέκλα, ακίνητη, σχεδόν απολιθωμένη, αδιάφορη ακουμπισμένη στο παράθυρο. Ένιωθε το κρύο να διαπερνά το γυαλί και να φτάνει στους ώμους της, απαλύνοντας τη. Έγειρε το κεφάλι της πίσω, σε μια κίνηση παραίτησης. Τα μαλλιά της κόλλησαν στο υγρό τζάμι και δάκρυα έλαμπαν στα μάτια της. Όλα γύρω της έμοιαζαν να χάνονται στο υπόκωφο ουρλιαχτό του πόνου της και τίποτα δε φαινόταν να μπορεί να τη βγάλει από αυτόν το λήθαργο. Ακόμα και έτσι ασκεί μια έντονη γοητεία πάνω μου. Γοητεία, όμως, που την καταστρέφει η εικόνα μιας γυναίκας η οποία με πλήγωσε. Στο χώρο βασιλεύει μια ατμόσφαιρα που νομίζω ότι είναι αυτή του θανάτου. Οι τοίχοι είναι βρώμικοι, ένα άλλο παράθυρο είναι καλυμμένο με κάτι που μοιάζει με κουρτίνα, την οποία πάντως δεν μπορώ να τραβήξω, η ντουλάπα δεν έχει πόρτα και το βαμμένο ροζ κρεβάτι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την υπόλοιπη επίπλωση. Ένα μικρό κομοδίνο και μια κουτσή καρέκλα συμπληρώνουν την ελεεινή εικόνα.

Εκείνη τη νύχτα, ξύπνησα αναπηδώντας. Ήμουν λουσμένος στον ιδρώτα, όπως κάποιος που ξυπνάει από έναν εφιάλτη. Θα μπορούσα να μιλήσω για προαίσθηση, αν δεν ήμουν φάντασμα. Ανοίγω τα μάτια κοιτάζω γύρω μου, σαν νεογέννητο σε έναν τελείως ξένο κόσμο. Είναι μέρα. Κι εγώ είμαι ζωντανός, ζωντανός! Είναι αδύνατο, είναι απίθανο, πρέπει να ονειρεύομαι... Δεν τολμώ να κινηθώ, μόνο τα γουρλωμένα μάτια μου διατρέχουν το κορμί μου, που αποφάσισα τελικά να αγγίξω, όλα είναι εδώ. Το πρόσωπό μου ξαναβρήκε τα χαρακτηριστικά του, δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος του θανάτου. Πάει, τέλειωσε. Απομένει ακόμα  να σβηστούν κάποιες δυσάρεστες αναμνήσεις, αργά, με τον καιρό. Όμως παραμένει μια σκιά. Μια χαριτωμένη φαυλότητα, που μου υπενθυμίζει την ανθρώπινη ιδιότητα μου: η χαρά της εκδίκησης.

Υπάρχει η χοντροκομμένη εκδίκηση, αυτή που θα μπορούσε να με οδηγήσει να σε καταδιώξω, να σε σκοτώσω. Το ήθελα, ξέρεις, αλλά το σκέφτηκα καλά. Κρατάω για μένα μιαν άλλη εκδίκηση. Είναι πιο λεπτή, χρησιμοποιεί τα δικά σου όπλα, το χειρότερο τρόπο: μεταχειρίζεται σκληρά την αγάπη, τη δική σου αυτή τη φορά. Η αγάπη σου γι' αυτόν σε κάνει να νιώθεις εμπιστοσύνη. Μετά, θα ανησυχήσεις. Η σιωπή κράτησε πολύ. Η αγάπη σου θα ταραχτεί, θα υποφέρεις. Όπως εγώ. Θα δοκιμάσεις την απαίσια αίσθηση ότι σε μεταχειρίστηκαν στο όνομα του μοναδικού συναισθήματος για το οποίο αξίζει να ζεις.

Φέρονται άσχημα στα πάντα, μωρό μου: στους ανθρώπους, στα πράγματα, στην ίδια τη Ζωή. Όχι όμως στην αγάπη.