10/6/13

Mόνο για λίγο θα απαντήσω




Πίσω απ' το θαμπό παράθυρο
η αντηλιά και η πίκρα μου συγυρισμένη
στους τοίχους κάδρα
κρεμασμένα πρόσωπα
με μια αξιοπρέπεια απειλή
απ' τις γωνίες που νότισαν υγρασία
ξεσπούν τα δάχτυλα
σε ένα ψηλαφητό μουρμουρητό
φωνές και γέλια τώρα στεγνά
και σ' όλο το σπίτι σβηστές
οι εικόνες που αγάπησα
ότι έχει στενέψει η ζωή
λιμανάκι μικρό
μιας θάλασσας κι ενός θανάτου
μες τα νερά φαντάσματα
οράματα χλωρά στην κουπαστή
όλη η ζωή μου στιγμές μονάχα
που τις μετρώ στα δάχτυλα
και πάλι τις ξεχνώ
σαν πέφτει η νύχτα

το σπίτι ερμητικά κλειστό
έχει την πίκρα του αίματος
η γεύση μου ξενίζει
απ' τον καθρέφτη στάζει
το αίμα στο πάτωμα
η μοίρα μου είναι γνωστή
κάποια στιγμή θα χρειαστεί
να σοβατίσω τα παράθυρα
να σβήσω τη φλόγα απ' το κερί
να ξεκοκαλίσω την καρδιά μου
να προγραμματίσω το θάνατο
συγυρισμένα και αυτόν
με πνίγει ο πυρετός
αυτός ο θάνατος
που διακόπτεται
το άσπρο στο ταβάνι
πάντα όταν κοιτώ
έχω ένα πιστόλι στον κρόταφο
κάθε βράδυ τα ίδια
κάνω προσπάθεια να φέρω
το θάνατο στα μέτρα μου.

ο άντρας που αγάπησες
έκρυβε στο στήθος του
ένα καμένο πευκοδάσος
άσπρα σκουλήκια
συγυρίζουν τώρα την πληγή του
στο ερειπωμένο του σπίτι
σκόνη και αποτσίγαρα
εφημερίδες του φθινοπώρου
κι όμως ευτύχησε κάποτε
όταν κοιτούσε τα μάτια σου
την ψυχή σου όταν άγγιζε
κι είναι δύσκολο να θυμηθείς ξέρω
μα να θυμάσαι
τα χέρια μου που ποτέ δεν ησύχαζαν
από εκείνη τη λαχτάρα να σ' αγγίξουν
και εκείνες τις φωνές της οδύνης
απ' τα ανοιχτά παράθυρα
που έπνιγαν τα καλοκαίρια μου
εσένα φώναζαν

πάμε να φύγουμε λέγω
από τούτο το σπίτι
με την υγρή ματωμένη στέγη
άσπρα σκουλήκια φωσφορίζουν 
στα σκοτεινά
καθώς πλαγιάζεις ανύποπτη
από την μεριά μου που σάπισε
ο πόνος ανεβαίνει σκοτεινός
διαμελίζει τα σπλάχνα σου
δίχως σου έλεγες, ποτέ μου

στις ανοιγμένες φλέβες σου
έτρεχαν οι φωτισμένοι δρόμοι
που πέρναγα για να έρθω
είναι αλήθεια
ήσυχα κοιτούσες
την ώρα  που στάθηκα μπροστά σου.