24/3/13

H Tελευταία Aγκαλιά


Το φως του ήλιου διαπέρασε τα κλαδιά των δέντρων φωτίζοντας τα καταπράσινα φύλλα, καθώς χόρευαν μαζί με το ήρεμο αεράκι. Ένα ρυάκι περνούσε ανάμεσα απ' το δάσος. Το νερό άστραφτε σαν χρυσάφι. Η γυναίκα κοίταζε την παραμορφωμένη αντανάκλασή της στα τρεχούμενα νερά.  Έτσι, χαμένη στις σκέψεις της, έκανε πως δεν είχε δει ότι την πλησίαζε.

«Ήξερα ότι θα ήσουν εδώ». Τα λόγια του ήταν τόσο απροσδόκητα που σχεδόν την τρόμαξαν, πριν ακόμα γυρίσει να κοιτάξει το πρόσωπό του. Το βλέμμα της ήταν θυμωμένο, αλλά, θα μπορούσε κανείς να δει τη θλίψη που ήταν θαμμένη κάτω απ' αυτό.

«Γιατί το κάνεις αυτό;», ρώτησε σφίγγοντας το χέρι της σε γροθιά.

«Επειδή σ' αγαπώ!», ομολόγησε εκείνος. Προσπαθούσε να την κάνει να καταλάβει, αλλά, εκείνη δεν ήθελε να τον ακούσει.

«Δεν μ' αγαπάς. Έκανες τα πάντα, μόνο και μόνο για να με πληγώσεις». Άρχισε να βηματίζει πέρα -δώθε, σαν λέαινα αναστατωμένη. Προσπαθούσε να παραμείνει θυμωμένη μαζί του, αλλά, είχε αρχίσει να καταρρέει. Ήξερε ότι τον αγαπούσε. Μπορούσε να το δει στο ταλαιπωρημένο της πρόσωπο, απλά έπρεπε να ξεπεράσει τον εαυτό της για να το αφήσει να φανεί.

Τώρα στεκόταν στην άκρη του ρέματος κοιτάζοντας μακριά, πέρα από τα δέντρα. Τα στιλπνά μαύρα μαλλιά της ανέμιζαν στον αέρα. Σιωπηλά εκείνος την πλησίασε. Τα πεσμένα φύλλα και τα κλαδιά έσπαγαν κάτω από τις σκληρές του μπότες, έως ότου περπάτησε σταματώντας πίσω της. Την αγκάλιασε τρυφερά.

«Δεν υπάρχει τίποτα να φοβάσαι, αγάπη μου», ψιθύρισε στ' αυτί της. Τα λόγια του, τελικά, έσπασαν την σκληρή της άμυνα και την αισθάνθηκε να χαλαρώνει στην αγκαλιά του.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε και πάλι, αν και αυτή τη φορά η φωνή της ήταν ψιθυριστή. Άγγιξε το πρόσωπό του. Εκείνη τη στιγμή, μια ακτίνα φωτός διάσχιζε τις κορυφές των δέντρων, φωτίζοντας τα όμορφα μαλλιά της.  Ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του.

«Επειδή σ' αγαπώ», επανέλαβε, αγωνιζόμενος να κρατήσει στη φωνή του τον έλεγχο. «Σ' αγαπώ τόσο πολύ».

Για άλλη μια φορά το βλέμμα της έπεσε πάνω του. «Αν μ' αγαπούσες, δεν θα με άφηνες. Δεν μ' αγαπάς πραγματικά...»

«Εγώ πάντα σ' αγαπούσα, και  πάντα θα σ' αγαπώ», απάντησε εκείνος και τα μάτια του γέμισαν με πόνο. «Από τότε που σε γνώρισα σ' έχω αγαπήσει».  Την αγκάλιασε και πάλι. Ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο της, «Γιαυτό και πρέπει να φύγω», της είπε.

«Όχι! Και στην κόλαση μαζί, μου είχες πει», του φώναξε.

Προχώρησε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. Ζούσε ήδη στην κόλαση, αλλά την αγαπούσε τόσο, που δεν μπόρεσε να την πάρει μαζί του.