3/3/13

Aποθανών Κόσμος



Είδα     όνειρο     όραμα     αλήθεια
χάθηκε ο ήλιος
μαζεύτηκαν τα αστέρια
σκοτεινιασμένα χόρεψαν
και τύφλωσαν τη γη
τον ουρανό μαυρίσανε
ήρθε πρωί       πήγε και ήρθε
τη μέρα δεν την έφερε
οι άνθρωποι ξέχασαν       τα πάθη ξέχασαν
φόρεσαν θλίψη οι καρδιές
προσευχήθηκαν εγωιστικά για  φως

παλάτια  στεμμένων βασιλιάδων
φτωχών καλύβες
κάηκαν       χάθηκαν
άτομα μαζεύτηκαν τριγύρω
στα σαπισμένα σπίτια
να κοιτάξουν       να δουν
ο ένας του άλλου το πρόσωπο
ευτυχείς  εκείνοι που κατοίκησαν
σε μάτι  ηφαιστείων       σε βουνά

τα δάση πυρπολήθηκαν
ξεθώριασαν  οι κορμοί
μαύρο ξεχύθηκε
απελπισμένες ψυχές
απόκοσμη πτυχή φορέσανε
τα μάτια τους έκρυψαν
στήριξαν τα πηγούνια
στα ματωμένα χέρια τους
και έκλαψαν
άλλοι έτρεχαν μπρος και πίσω
βαρύ το πέπλο του  κόσμου
με πληγές τους έριξε
στη βρωμερή τη σκόνη
τρομαγμένα πουλιά  κυμάτισαν στο έδαφος
χτύπησαν τα άχρηστα φτερά τους
άγρια θηρία ήμερα γινήκαν
τυλίχτηκαν οχιές στο φοβισμένο πλήθος
αγάπη δεν υπήρχε
γυμνώθηκε η γη
για να φορέσει θάνατο
άμεσο       άδοξο

χωρίς μνημείο τα οστά τους
το ισχνό από το ισχνό καταβροχθίστηκε
όσοι  επέζησαν και ήταν εχθροί
στις πύλες  θανάτου βρέθηκαν
έτρεμαν     έτρεμαν     έτρεμαν
φύσηξε για λίγο η ζωή
στα μάτια τους φλόγα  άναψε
είδε ο ένας του άλλου τις πτυχές
της αμοιβαίας φρίκης       που πέθαναν
κόσμος κενός       άψυχος κόσμος
χάος από σκληρό πηλό

ποταμοί     λίμνες     ωκεανοί     στάθηκαν ακόμα
αγαλματώσαν τα σιωπηλά τους βάθη
πλοία στη θάλασσα σαπίζανε
κοιμήθηκαν στην άβυσσο
ήταν νεκρά
παλίρροιες  στον τάφο μπήκαν
μαράθηκαν οι άνεμοι  στο στάσιμο αέρα

 ήταν σκοτάδι.
 ο Κόσμος  ήταν.