16/2/13

H άλλη πλευρά της πόρτας




Άνοιξα την πόρτα να φύγω. Μόνο του άφησα το αγαπημένο μου πουκάμισο στην γωνία του καναπέ που ξεθώριαζε το μαύρο του μέρα με τη μέρα. Επικρατούσε σιωπή. Μια εκκωφαντική σιωπή. Μέτρησα τα κεραμίδια. Κοίταξα το χώμα. Ποτέ μου δεν ήξερα το μέτρο. Τα μάτια μου δεν κλαίνε. Όχι δεν κλαίνε. Η ψυχή μου είναι εντελώς στεγνή. Στείρα. Φεύγω για να ζήσω τη μεγάλη αγάπη. Πρέπει να προχωρήσω. Κοίταξα γύρω μου. Ένα κρύο σπίτι. Τα έπιπλα παλιά, απλά. Μόνο τα απαραίτητα. Και όλα αυτά που έζησα σε αυτό το σπίτι. Μόνο τα ουσιώδες απαραίτητα ήταν. Προσπάθησα να πατήσω στο χώμα. Φάνηκε να επιπλέω. Ήταν σαν το έδαφος να μην ήθελε να πάρει το σώμα μου... Στον τοίχο, η φωτογραφία μου σκονισμένη. Εκεί βρήκα τα μάτια μου. Τα κοίταξα και αναζήτησα απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Ο πόνος όσων έμειναν στην μέσα πλευρά της πόρτας, μυρίζει φυλακή. Άδειο κλουβί. Απελευθερώνομαι. Αριστερά από τα ερείπια, τα αποφάγια. Οι ιστορίες. Οι αναμνήσεις μιας ζωής που τελείωσε. Βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα τον ήλιο. Μου χαμογέλασε. Έκλεισα τα παράθυρα. Έπεφτε σιγά σιγά η αυλαία. Κλείδωσα την πόρτα. Εγκατέλειψα τα έπιπλα και τους χλωμούς τοίχους. Τώρα θα κοιμηθούν όλα. Πρέπει να κοιμηθούν. Πρέπει να ξεχάσω τον ήχο της πόρτας που χτυπά. Κοίταξα πίσω. Χαμογέλασα. Και πρόφερα τα πρώτα μου λόγια:

 - Αύριο, θα ζωγραφίσω τον κόσμο πράσινο! Θα είναι μια καλή αρχή!