1/2/13

Που είσαι ;




Υπάρχει πάντα κάτι που θα μπορούσα να κάνω αλλά δεν έκανα. Ζούσα σε ένα μικρό βασίλειο, που φτιάχτηκε από λαχτάρα και νοσταλγία. Πιστεύω. Ελπίζω. Σταμάτησα. Σημάδια σύγχυσης και εγώ να περπατάω πίσω, να αισθάνομαι το φόβο να πηγαίνει γύρω από το χρόνο. Διαπιστώνω ότι ξέχασα τι είναι να είσαι μισός, αόριστος. Περπάτησα στο χώμα. Το χώμα έχει τα βήματα μου. Στο χώμα βρίσκω την εύνοια της ζωής. Διασχίζω τις μέρες ψάχνοντας να με ισορροπήσω. Οι μέρες γεμάτες ιδιομορφίες, μεταμορφώσεις, κραυγές και πτώσεις. Είμαι κάποιος που έμαθε να περπατά στην γραμμή της ζωής με κύματα καρδιακής αρρυθμίας. Είμαι ένα απλό σενάριο σε μια παράσταση θεάτρου. Είμαι αυτός που δεν κατάλαβες ποτέ. Είμαι ο άνθρωπος που ψάχνει για τη σωστή αλχημεία των λέξεων. Σήμερα για άλλη μια φορά η μέρα θα τελειώσει όπως άρχισε και εγώ θα κουβαλώ μια βαλίτσα με γράμματα. Και οι μέρες συνεχίζονται, μια αέναη κίνηση και η σειρήνα της ψυχής δεν μπορεί να μείνει σιωπηλή. Υπάρχουν μέρες που το σώμα ανήκει στη θάλασσα. Άλλες ανήκουν στα αστέρια. Μπορώ να αισθανθώ το τραγούδι, το ποίημα. Το ρυθμό των εποχών δε μπόρεσα. Μέσα στη μήτρα ακόμη το όνειρο.Οι μνήμες. Είμαι ο άνεμος της νοσταλγίας; Η νοσταλγία δεν κάθεται, δεν αναδιπλώνεται στη τσέπη μου. Αέρας είναι. Και συνεχίζω, και θέλω. Θέλω μια χούφτα αβεβαιοτήτων, το άπειρο κόκκινο του τριαντάφυλλου και όλο τον κίνδυνο των αγκαθιών του. Θέλω ένα λουτρό απλότητας. Θέλω εσένα. Αντίο θάλασσα. Καλή τύχη θάλασσα. Τα θέλω μου τα στήριξες στον άνεμο. Στην αναπνοή της μνήμης τα στήριξες. Θα είμαι παντού. Σε κάθε μέρος, σε κάθε δρόμο. Η εποχή των αναμνήσεων θα μας χωρίζει. Εκεί που υπάρχει φως θα είμαι. Το πετροπλυμένο πιάτο του χρόνου. Η ξεθωριασμένη πινακίδα στην αρχή του δρόμου σου. Τα κουρασμένα βήματα σου. Εγώ θα είμαι. Ο αφανής ήρωας σου. Γιατί ήρωας αγάπη μου είναι αυτός που μπορεί να χορεύει στα αστέρια με πόδια δεμένα με κόμπο. Η αγάπη δεν πεθαίνει. Δεν γνωρίζει χρόνο. Είναι πάντα εκεί παρουσία - απουσία αλλά εκεί. Στο γυάλινο τραπέζι στο σπίτι μας, στις ρωγμές μας, στα χέρια μας που μύριζαν καπνό, στην ξεθωριασμένη καρέκλα μπροστά στο παράθυρο. Εκεί βλέπαμε τον κόσμο. Θυμάσαι; Αστείος ήταν! Με φιλούσες στο στόμα σαν να ζούσες όλη σου τη ζωή με τη δίψα, με κρατούσες ως κάποιον που έχει μόλις γεννηθεί, εισέβαλες στα μάτια μου και με έκανες να λιώνω. Τώρα που το θηρίο τρέχει μέσα στις φλέβες μου με σταθερό ρυθμό.
 Που είσαι να το σταματήσεις;
                              

  Πες μου που είσαι....